Στα παλιά χρόνια, οι λέξεις γεννιούνταν μέσα από την καθημερινή ζωή. «Όλα είναι υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι», έλεγαν οι παλαιότεροι. Δανεισμένη από την τέχνη της υφαντικής, η φράση παρομοιάζει το ψωμί με το στημόνι του αργαλειού.
Το στημόνι είναι οι κάθετες κλωστές, ο σταθερός κορμός δηλαδή που κρατά το ύφασμα. Τα υφάδια περνούν ανάμεσά τους και το συμπληρώνουν. Χωρίς στημόνι, δεν υπάρχει ύφασμα.
Με τον ίδιο τρόπο, οι άνθρωποι παρομοίαζαν το ψωμί με το στημόνι της ζωής. Το ψωμί είναι η βάση, η σιγουριά, η καθημερινή δύναμη. Όλα τα άλλα φαγητά είναι τα υφάδια που το συμπληρώνουν — έρχονται και φεύγουν, αλλά το ψωμί μένει.
Χωρίς στημόνι, δεν υπάρχει ύφασμα – Χωρίς ψωμί, το τραπέζι θεωρούνταν φτωχό. Με ψωμί, υπήρχε ζωή.
Σε κάθε σπίτι υπήρχε αργαλειός και ξυλόφουρνος. Η υφαντική και το ψωμί ήταν τα δύο στηρίγματα της οικογένειας. Από το ένα ντυνόταν το σώμα, από το άλλο συντηρούνταν η ζωή.
Δεν είναι τυχαίο που το ψωμί δεν πετιόταν ποτέ. Το σταύρωναν πριν το κόψουν. Το φιλούσαν αν έπεφτε κάτω. Το σέβονταν.
Η παροιμία αυτή δεν μιλά μόνο για τροφή. Μιλά για αξίες. Για το τι είναι ουσιαστικό και τι απλώς συμπληρωματικό.
Και μας θυμίζει πως, όπως το στημόνι κρατά το ύφασμα, έτσι και το ψωμί κράτησε γενιές ολόκληρες όρθιες.





